буди́льник Griego
3 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇺🇦 Мені поставив будильник на ранок
🇬🇷 Μου έβαλε ξυπνητήρι για το πρωί
🇺🇦 Будильник дзвінить кожного ранку
🇬🇷 Το ξυπνητήρι χτυπά κάθε πρωί
|
uso cotidiano | |
|
raro
🇺🇦 Будильник у системі охорони
🇬🇷 Ενδοεπικοινωνία στο σύστημα ασφαλείας
🇺🇦 Використовуємо будильник для тривоги
🇬🇷 Χρησιμοποιούμε ενδοεπικοινωνία για ειδοποιήσεις
|
técnico | |
|
raro
🇺🇦 Будильник у технічних пристроях
🇬🇷 Συχνωδότηρας σε τεχνικές συσκευές
🇺🇦 Це частина будильника системи
🇬🇷 Αυτό είναι μέρος του συστήματος συχνοδότηρα
|
técnico |